Νομίζεις ότι ξέρεις καλά τα κυπριακά; Μεν βιάζεσαι! Το γράμμα Β φέρνει μαζί του λέξεις που μπορεί να άκουσες από τη γιαγιά, τον γείτονα ή σε μια κουβέντα στο χωριό, χωρίς όμως να είσαι απόλυτα σίουρος/η τι σημαίνουν! Κάποιες χρησιμοποιούνται ακόμα συχνά, άλλες κινδυνεύουν να χαθούν με τον χρόνο, όλες όμως κουβαλούν ένα μικρό κομμάτι της κυπριακής μας ταυτότητας.
Πάμε, λοιπόν, να δούμε 9+1 κυπριακές λέξεις από το Β και να δοκιμάσουμε τις γνώσεις μας. Πόσες ξέρεις πραγματικά;
«Βακανάς (ο)», ουσιαστικό
Ο βακανάς θεωρείται το μεγάλο πήλινο δοχείο, αλλιώς κούπα, που χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί στο άρμεγμα των προβατίνων – γνωστό και ως «γαλευτήρι». Επίσης, παλιότερα χρησιμοποιείτο και ως το πήλινο δοχείο που χρησίμευε για το φούρνισμα ψητών και άλλων κυπριακών εδεσμάτων στον χωριάτικο, παραδοσιακό φούρνο. Την ίδια ώρα, μεταφορικά χαρακτηρίζεται ως βακανάς, κάτι το ογκώδες.
«Βακλίζω», ρήμα
Βακλίζω σημαίνει ραβδίζω, δηλαδή κτυπώ τους καρπούς των δένδρων για να πέσουν στο έδαφος, ώστε να μπορέσω να τους μαζέψω.
«Βαντζάρισμαν», ουσιαστικό
Ό,τι περίσσεψε και «έμεινε στην άκρη» για άλλη φορά. Είτε πρόκειται για φαγητό είτε για υλικά, το βαντζάρισμαν ήταν πάντα σημάδι καλής διαχείρισης και οικονομίας.
«Βάρτουλον», ουσιαστικό
Πρόκειται για την λωρίδα στο παπούτσι όπου γινόταν το ράψιμο του πλαστικού πάτου με το υπόλοιπο υπόδημα. Λέξη συνδεδεμένη με την παραδοσιακή υποδηματοποιία, που σήμερα ακούγεται όλο και πιο σπάνια, καθώς χάνονται επαγγέλματα και τεχνικές άλλων εποχών.

«Βαρυγομαρκάρης», ουσιαστικό
Πρόκειται για εκείνον που μοιάζει να κουβαλά όλον τον κόσμο πάνω στους ώμους του. Κυριολεκτικά, ο υπερβολικά φορτωμένος με βάρη ή πράγματα. Μεταφορικά, ο άνθρωπος που κάνει μια δουλειά με το ζόρι, χωρίς κέφι και διάθεση, σαν να του έχουν φορτώσει το μεγαλύτερο βάρος της ημέρας.
«Βαρυκαρτίζω», ρήμα
Μια λέξη που τα λέει όλα από μόνη της: κάνω την καρδιά κάποιου βαριά. Ως μεταβατικό ρήμα σημαίνει στενοχωρώ ή πικραίνω κάποιον με τα λόγια, τις πράξεις ή τη συμπεριφορά μου. Ως αμετάβατο, σημαίνει πικραίνομαι και στενοχωριέμαι από τη συμπεριφορά των άλλων.
«Βασκιέμαι», ρήμα
Λέξη που χρησιμοποιείται για κάποιον που «κρατιέται καλά». Από τη μία, περιγράφει το άτομο που έχει οικονομική άνεση και δεν αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Από την άλλη, λέγεται και για ανθρώπους προχωρημένης ηλικίας που εξακολουθούν να απολαμβάνουν καλή υγεία, δύναμη και ζωντάνια.
«Βαστάγ(χ)νω», ρήμα
Είναι μια λέξη που κρύβει μέσα της δύναμη, αντοχή και καρτερία. Το «βαστάγνω» σημαίνει κάνω υπομονή, ανέχομαι μια δύσκολη κατάσταση ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποφέρω και βασανίζομαι σιωπηλά χωρίς να λυγίζω.
«Βα(δ)ωμένος, -η, -ον», μετοχή
Πρόκειται για λέξη που δηλώνει κάτι που είναι κλειστό ή κατειλημμένο. Χρησιμοποιείται για χώρο ή κατάσταση που δεν είναι διαθέσιμη, είτε επειδή έχει ήδη «πιαστεί» είτε επειδή έχει κλειστεί για κάποιον λόγο.
Στην κυπριακή χρήση, το «βαωμένος» αποδίδει εύστοχα την εικόνα ενός τόπου ή μιας θέσης που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, γιατί είναι ήδη κατειλημμένη ή δεσμευμένη.

«Bερκολυαδόκοξος (o)», επίθετο
Είναι μία λέξη που περιγράφει άτομο με λεπτή και ευλύγιστη μέση. Χρησιμοποιείται περιγραφικά, συχνά με μια δόση θαυμασμού ή και χιούμορ, για να τονίσει τη σιλουέτα κάποιου που ξεχωρίζει για την ευλυγισία και τη λεπτότητά του στο σώμα.
Κλείνοντας αυτό το μικρό ταξίδι στο γράμμα «Β», γίνεται φανερό πως η κυπριακή διάλεκτος δεν είναι μόνο ένα σύνολο λέξεων, αλλά ένας ζωντανός τρόπος να θυμάσαι, να αισθάνεσαι και να αφηγείσαι τον κόσμο!
Από τον βακανά του χωρκού μέχρι τον βαρυγομαρκάρη της καθημερινότητας, κάθε λέξη κουβαλά εικόνες, συνήθειες και ανθρώπους που πέρασαν και άφησαν το σημάδι τους στη γλώσσα μας. Άλλες λέξεις ακόμα αντηχούν στις αυλές και στα καφενεία, άλλες σιγά σιγά σβήνουν, μα καμία δεν χάνεται πραγματικά όσο υπάρχει κάποιος να τις λέει, να τις θυμάται ή να τις μαθαίνει.
Γιατί η γλώσσα δεν είναι μόνο για να μιλάμε, αλλά για να κρατάμε ζωντανό έναν τόπο. Και κάθε λέξη, μικρή ή μεγάλη, είναι ένα κομμάτι από εμάς.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου με πληροφορίες της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας
