Σε μια προνομιακή τοποθεσία, στα δυτικά της επαρχίας Λάρνακας και κοντά στα σύνορα με την επαρχία Λευκωσίας, βρίσκεται ο Κόρνος, ένα χωριό που συνδυάζει φυσική ομορφιά, μακραίωνη ιστορία και μια ιδιαίτερα σημαντική παράδοση στην αγγειοπλαστική.
Απέχει περίπου 27 χιλιόμετρα από τη Λάρνακα και γύρω στα 25 χιλιόμετρα από τη Λευκωσία, ενώ η θέση του κοντά στον αυτοκινητόδρομο το καθιστά εύκολα προσβάσιμο από τις μεγάλες πόλεις.
Ένα χωριό μέσα στο πράσινο
Ο Κόρνος είναι κτισμένος σε λοφώδη περιοχή, περιτριγυρισμένος από ελαιόδεντρα, χαρουπιές, δασική και άγρια βλάστηση.
Την άνοιξη, ιδιαίτερα, η περιοχή γεμίζει αρώματα από δεντρολίβανο, λάδανο, φασκόμηλο και θυμάρι. Η παρουσία του θυμαριού και άλλων ανθοφόρων φυτών συνέβαλε διαχρονικά και στην ανάπτυξη της μελισσοκομίας από τους κατοίκους.
Πάνω από το ευρύτερο τοπίο δεσπόζει η ιστορική Μονή Σταυροβουνίου, ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Κύπρου.
Την περιοχή διασχίζουν επίσης τμήματα των ποταμών Τρέμιθου, Πούζη, Πεντάσχοινου και Ξεροπόταμου.
Ιστορία που φτάνει στα προχριστιανικά χρόνια;
Οι ενδείξεις για την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή φαίνεται να οδηγούν πολύ πίσω στον χρόνο.
Σύμφωνα με τοπικές μαρτυρίες, σε σπηλιές γύρω από τον Κόρνο έχουν εντοπιστεί στο παρελθόν αγγεία και άλλα αντικείμενα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιοχή «Σπήλιοι», όπου υπάρχουν ευρύχωρες, λαξευμένες σπηλιές.
Παραδόσεις συνδέουν ορισμένες από αυτές ακόμη και με τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, υποστηρίζοντας ότι πιθανόν χρησιμοποιήθηκαν ως χώροι καταφυγής ή λατρείας. Ωστόσο, τέτοιες αναφορές χρειάζονται αρχαιολογική τεκμηρίωση για να επιβεβαιωθούν επιστημονικά.
Ο χαλκός στα βουνά του Κόρνου
Η γεωλογία της περιοχής παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Στα γύρω βουνά υπήρχαν κοιτάσματα μεταλλευμάτων, μεταξύ των οποίων και χαλκού, τα οποία αξιοποιήθηκαν σε διαφορετικές περιόδους.
Μάλιστα, αναφέρεται ότι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα λειτουργούσαν στην περιοχή εγκαταστάσεις επεξεργασίας μεταλλεύματος, ενώ παλαιότεροι κάτοικοι θυμούνταν ακόμη τη μεταφορά του με άμαξες.
Η σχέση του Κόρνου με τα πετρώματα της περιοχής εμφανίζεται ακόμη και στις περιγραφές ξένων περιηγητών.
Ο Κόρνος στους μεσαιωνικούς χάρτες
Το χωριό εμφανίζεται σε παλαιούς χάρτες της Κύπρου με την ονομασία «Corno», γεγονός που επιβεβαιώνει την παρουσία τουλάχιστον του οικισμού κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Κατά τη Φραγκοκρατία, το 1461, ο Κόρνος ήταν ανάμεσα στα χωριά που παραχωρήθηκαν ως φέουδο από τον βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Β΄ στον Μούτζιο ντε Κωνστάντζο. Στην ίδια παραχώρηση περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η Βάβλα, η Μοσφιλωτή και ο Δελίκηπος.
Αργότερα, κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, ο Κόρνος υπαγόταν διοικητικά στο διαμέρισμα της Λευκωσίας, κοντά στα όριά του με το διαμέρισμα των Σαλινών, δηλαδή της Λάρνακας.
Κατά την Οθωμανική περίοδο, ο Κόρνος βρέθηκε διοικητικά στον καζά της Κυθρέας. Το χωριό καταγράφεται και στο πλαίσιο της οθωμανικής απογραφής του 1831, η οποία αφορούσε τον ανδρικό πληθυσμό.
Από πού προήλθε το όνομα «Κόρνος»;
Η προέλευση του ονόματος δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένη και γύρω από αυτήν έχουν διατυπωθεί διαφορετικές θεωρίες.
Ο Κύπριος εκπαιδευτικός και λαογράφος Νέαρχος Κληρίδης συνέδεσε πιθανώς την ονομασία με τη λέξη «Κόρωνος» ή ακόμη και με την παρουσία κορώνων στην περιοχή.
Μια διαφορετική και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εκδοχή συνδέει το όνομα με τη γαλλική λέξη corne, δηλαδή «κέρατο». Στην περιοχή υπάρχουν δύο ψηλά, μυτερά πετρώματα γνωστά ως «Κόρνοι», των οποίων οι κορυφές θυμίζουν κέρατα.
Η περιγραφή ενός ταξιδιώτη το 1806
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορικές μαρτυρίες για τον Κόρνο προέρχεται από τον Ισπανό περιηγητή Domingo Badía y Leblich, γνωστό ως Ali Bey el Abbassi, ο οποίος πέρασε από την περιοχή το 1806.
Στο ταξιδιωτικό του έργο περιγράφει τον Κόρνο ως έναν μικρό οικισμό μέσα σε μια ευχάριστη κοιλάδα με ελιές και χαρουπιές. Παρατήρησε επίσης τα ιδιαίτερα πετρώματα και τη μεταλλοφορία των γύρω λόφων.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια στην περιγραφή του που παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον: σημείωσε ότι σχεδόν όλοι οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κατασκευή πήλινων αγγείων.
Ήδη, λοιπόν, στις αρχές του 19ου αιώνα καταγράφεται μια τέχνη που έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του χωριού.
Η αγγειοπλαστική που έγινε ταυτότητα
Ο Κόρνος είναι σήμερα ιδιαίτερα γνωστός για την παραδοσιακή αγγειοπλαστική του, μια τέχνη που πέρασε από γενιά σε γενιά και συνδέθηκε κυρίως με τις γυναίκες του χωριού.
Τα χαρακτηριστικά κορνιώτικα αγγεία αποτελούν ένα σημαντικό κεφάλαιο της κυπριακής λαϊκής παράδοσης και υπενθυμίζουν μια εποχή κατά την οποία τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης δημιουργούνταν στο χέρι, με υλικά που πρόσφερε ο ίδιος ο τόπος.
Ο Κόρνος, επομένως, δεν είναι απλώς ένα χωριό που συναντά κανείς στον δρόμο μεταξύ Λευκωσίας, Λάρνακας και Λεμεσού.
Είναι ένας τόπος όπου το φυσικό περιβάλλον, τα αρχαία ίχνη, τα μεταλλεύματα, η μεσαιωνική ιστορία και η αγγειοπλαστική συνθέτουν μια ιστορία αιώνων που αξίζει να γνωρίσουμε.
Κατερίνα Χριστοφή
