Το μήνυμα είναι απλό: «Ελάτε την Κυριακή να φάμε μαζί». Δέχεσαι, ίσως επειδή σου έλειψε η οικογένεια, ίσως επειδή ξέρεις ότι κάποιος θα φτιάξει το αγαπημένο σου φαγητό. Αυτό που δεν υπολογίζεις είναι ότι η πρόσκληση περιλαμβάνει και ένα μικρό, ανεπίσημο πακέτο για το σπίτι.
Φτάνεις και η πρώτη ερώτηση είναι αν πεινάς. Δεν έχει σημασία τι ώρα είναι ούτε αν απάντησες ότι έφαγες πρωινό πριν από μισή ώρα. Στην Κύπρο, το «έφαγα πριν λίγο» αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πληροφορία παρά ως λόγος να μη σου προσφέρουν κάτι.
Μέχρι να καθίσετε στο τραπέζι, έχουν ήδη εμφανιστεί πιατάκια «για να τσιμπήσετε». Εσύ προσπαθείς να κρατήσεις χώρο για το κυρίως φαγητό. Κάποιος σε βλέπει να μην παίρνεις άλλο και ρωτά αν δεν σου άρεσε. Παίρνεις άλλο.
Όταν έρχεται το κυρίως, αρχίζει η γνωστή διαπραγμάτευση. «Τόσο λλίο;» λέει εκείνος που σε σερβίρει, ενώ το πιάτο σου είναι γεμάτο. Η κουβέντα συνεχίζεται γύρω από το τραπέζι: ποιος έμαθε μια καινούργια συνταγή, ποιος βρήκε καλές ντομάτες, ποιος θυμάται ότι «η γιαγιά το έφτιαχνε αλλιώς».
Κάποια στιγμή λες ότι χόρτασες. Είναι αλήθεια. Όμως βγαίνει το γλυκό, οπότε ανακαλύπτεις πως είχες κρατήσει λίγο χώρο χωρίς να το ξέρεις.
Η πιο χαρακτηριστική στιγμή έρχεται όταν ετοιμάζεσαι να φύγεις. Από την κουζίνα ακούγονται ντουλάπια να ανοίγουν και το γνώριμο «περίμενε να σου βάλω λλίο φαΐ». Εξηγείς ότι έχεις μαγειρέψει για αύριο. Η απάντηση είναι πως αυτό μπορείς να το φας μεθαύριο.
Έτσι αρχίζουν να γεμίζουν τα δοχεία. Μια μερίδα από το κυρίως. Λίγη σαλάτα —αν αντέχει τη διαδρομή— και δύο κομμάτια γλυκό, «έναν για σένα τζιαι έναν για όποιον είναι σπίτι». Αν αρνηθείς, η σακούλα απλώς τοποθετείται δίπλα στην πόρτα για να την πάρεις όταν φύγεις.
Μπορεί να γελάμε με το πόσο φαγητό ετοιμάζεται και με την αδυναμία μας να πούμε ένα οριστικό «όχι» στη δεύτερη μερίδα. Αλλά αυτό είναι και το πιο όμορφο κομμάτι του οικογενειακού τραπεζιού. Κάποιος αφιέρωσε χρόνο για να σας μαζέψει όλους κοντά του. Και όταν φεύγετε, θέλει να ξέρει ότι θα έχετε κάτι δικό του και την επόμενη μέρα.
Γι’ αυτό η σακούλα με τα δοχεία καταλήγει πάντα στο αυτοκίνητο. Ακόμη κι αν, λίγα λεπτά νωρίτερα, είχες ορκιστεί ότι δεν χωράς ούτε μπουκιά.
Κατερίνα Χριστοφή
