Ανάμεσα στα τρεχούμενα νερά των ποταμών και στις δροσερές όχθες των λιμναζόντων νερών της Κύπρου, φυτρώνει, συχνά, εδώ και αιώνες ένα ταπεινό αλλά πολύτιμο φυτό: η καρταμίλλα (Nasturtium fontanum). Με τα καταπράσινα φύλλα του να θυμίζουν σέλινο και τα μικρά, άσπρα άνθη του να φωτίζουν τις όχθες, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αυτοφυή υδρόβια φυτά του νησιού.
Η καρταμίλλα αγαπά το νερό. Δεν αρκείται μόνο στο να βρίσκεται κοντά του. Ευδοκιμεί κυριολεκτικά μέσα στα τρεχούμενα ρυάκια, εκεί όπου το νερό κυλά ασταμάτητα και δροσίζει τις ρίζες του. Μπορεί να φτάσει σε ύψος το μισό μέτρο και συναντάται τόσο στις πεδιάδες όσο και στις πλαγιές των βουνών, με ιδιαίτερα έντονη παρουσία στα ποτάμια του Τροόδους, στον Αγρό, την Κακοπετριά, την Ασίνου, τον Σταυρό της Ψώκας και στους ιστορικούς νερόμυλους της Λαπήθου.
Για τους παλαιότερους κατοίκους της υπαίθρου, η καρταμίλλα δεν ήταν απλώς ένα άγριο χόρτο. Ήταν τροφή, φάρμακο και κομμάτι της καθημερινής ζωής. Συλλεγόταν φρέσκο από τις ποταμιές και κατέληγε στα χειμωνιάτικα τραπέζια των χωρικών, χαρίζοντας γεύση και δύναμη στις δύσκολες μέρες του κρύου.
Ιδιαίτερη θέση είχε στον περίφημο «τσ΄ορβά», την παραδοσιακή πρωινή σούπα που μαγειρευόταν με πουρκούριν. Οι παλιοί πίστευαν ότι η καρταμίλλα «ζεσταίνει το σώμα», γι’ αυτό και θεωρούνταν απαραίτητο συστατικό κατά τους χειμερινούς μήνες. Παράλληλα, οι φαρμακευτικές ιδιότητες του φυτού το κατέστησαν πολύτιμο σύμμαχο της παραδοσιακής ιατρικής, πολύ πριν εμφανιστούν τα σύγχρονα σκευάσματα.
Θα έλεγε κανείς ότι σήμερα η καρταμίλλα, παραμένει ένας ζωντανός θησαυρός της κυπριακής φύσης. Κρυμμένη στις όχθες των ποταμών και στις πηγές των βουνών, συνεχίζει να αφηγείται ιστορίες μιας εποχής όπου οι άνθρωποι γνώριζαν τη γη τους, αξιοποιούσαν τα δώρα της φύσης και διατηρούσαν μια βαθιά σχέση με το νερό και τον τόπο τους.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου με πληροφορίες της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας
