Κάποιοι άνθρωποι, σ’ αυτή τη γη, αξίζουν και με το παραπάνω να τους θυμούνται κάποιοι. Είναι αυτοί που μιλάνε για παράδοση στα παιδιά και εγγόνια τους και σε ανθρώπους που τους γνωρίζουν για πρώτη φορά και αστράφτουν τα μάτια τους από σοφία και ευγνωμοσύνη για όλα όσα έζησαν.
Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν με ταχύτητα, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που στάθηκαν απέναντι στον χρόνο – όχι για να τον σταματήσουν, αλλά για να σώσουν ό,τι αξίζει να θυμόμαστε. Ο Κωστάκης Ανδρέου και ο Γιάγκος Πυριπίτση είναι δύο άνθρωποι από αυτούς. Φίλοι-κολλητοί, χαμογελαστοί, ευγενικοί και με χιούμορ.
Ένα πρωινό Σαββάτου, λοιπόν, η εκπομπή «ΧΡΩΜΑΤΑ ΖΩΗΣ» του OLOI MEDIA CENTER, με τη Χριστίνα Γεωργίου, συνάντησε τους δύο αυτούς φίλους, σε μια πανέμορφη, παραδοσιακή αυλή, γεμάτη αρώματα και γεύσεις από το χθες. Με φόντο πινελιές παράδοσης, άρχισαν να ξεδιπλώνουν μνήμες από τα παιδικά τους Πάσχα στο χωριό τους, την κατεχόμενη Λύση.
Μέσα από τις αφηγήσεις τους, ζωντάνεψαν εικόνες από γέλια, παιχνίδια και στιγμές που ένωναν μικρούς και μεγάλους, αποδεικνύοντας πως οι παραδόσεις δεν είναι απλώς αναμνήσεις, αλλά ζωντανό κομμάτι της ταυτότητάς μας.
Τότε το Πάσχα, δεν ήταν μόνο μία θρησκευτική εορτή, αλλά ένας τρόπος που οι ντόπιοι, ενώνονταν και χαίρονταν με τη ψυχή τους. Μόνο που πια, όπως είπαν και οι δύο σε κάποιο σημείο της συζήτησής μας, Πάσχα, δεν μυρίζει πια…
Κωστάκης Ανδρέου: «Η παράδοση της Κύπρου, είναι κάτι που πρέπει να κρατήσουμε τζαι να το συνεχίσουμε, διότι είναι οι ρίζες μας. Όταν ξεχάσει κάποιος τις ρίζες μας, χάνει το μέλλον του»
Με χιούμορ και καλή διάθεση, και συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλο, άνοιξαν την καρδιά τους και θυμήθηκαν έντεκα παιχνίδια που έδιναν ζωή – κυρίως τη Δευτέρα του Πάσχα, της Λαμπρής – και ένωναν μικρούς και μεγάλους σε μια μεγάλη, χαρούμενη παρέα στις γειτονιές της Λύσης αλλά και στον περίβολο της εκκλησίας.
- Λιγκρί:
Με δυο πέτρες για βάση, έβαζαν ανάμεσά τους το μικρό ξύλο – το λιγκρί – και με τη λιγκρόβερκα (τη «βέρκα»), ο παίκτης το πετούσε με δύναμη προς τους άλλους. Εκείνοι έπρεπε να το αρπάξουν ή να το αποκρούσουν και να το στείλουν πίσω, προσπαθώντας να το φέρουν όσο πιο κοντά γινόταν στις πέτρες, για να «κάψουν» τον παίκτη – να χάσει δηλαδή ο παίκτης που στεκόταν εκεί.
- Σακουλοδρομίες:
Πρόκειται για τις σακουλοδρομίες – το παιχνίδι όπου η σοβαρότητα… απαγορευόταν αυστηρά! Άτομα έβαζαν τα πόδια τους μέσα σε σακούλες και, με το σύνθημα, άρχιζαν να πηδούν μέχρι τη γραμμή τερματισμού που όριζε ο «υπεύθυνος».
- Τριάππιθκια:
Τα τριάππιθκια ήταν η παραδοσιακή εκδοχή του σημερινού… τριπλούν στον αθλητισμό, αλλά με πολύ περισσότερο γέλιο και πειράγματα!
Έβαζαν ένα ξύλο για αφετηρία και ο κάθε «αθλητής» έπαιρνε φόρα για τα τρία μεγάλα του βήματα -ένα, δύο, τρία — και όποιος πήγαινε πιο μακριά, ήταν ο νικητής.
- Γήπεδο:
Το «γήπεδο» ήταν από τα πιο ζωντανά και… ίσως πιο «επικίνδυνα» παιχνίδια της παρέας.
Δύο ομάδες στέκονταν αντικριστά και στη μέση βρισκόταν ένας «άτυχος» – ή «ήρωας», ανάλογα πώς το έβλεπες! Οι ομάδες πετούσαν τη μπάλα η μία στην άλλη, προσπαθώντας να αποφύγουν να την πιάσει αυτός που ήταν στο κέντρο. Αν όμως την άρπαζε, τότε… κάποιος από τους έξω θα «έχανε».
- Σκατούλλες – πλακάκια:
Έπαιρναν κομμάτια από παλιά σπασμένα μάρμαρα (τα «πλακάκια») και τα στοίβαζαν το ένα πάνω στο άλλο, φτιάχνοντας μια μικρή στήλη. Οι παίκτες στέκονταν γύρω-γύρω και μέσα σε ορισμένο χρόνο, με μια μπάλα προσπαθούσαν να τα ρίξουν κάτω, να τα μαζέψουν και να τα ξαναστοιβάσουν.
- Αυγολοδρομίες:
Οι παίκτες κρατούσαν ένα κουτάλι στο στόμα, μ’ ένα αυγό ισορροπημένο πάνω του, και έπρεπε να περπατήσουν μέχρι τον τερματισμό και να επιστρέψουν πίσω χωρίς να τους πέσει.
- Καμήλα:
Μια ομάδα έσκυβε στη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο, φτιάχνοντας την… «καμήλα». Και οι άλλοι, με φόρα, έτρεχαν να πηδήξουν πάνω τους και να σταθούν όσο πιο ψηλά και σταθερά μπορούσαν. Κάποιοι δεν άντεχαν το βάρος και έπεφταν όλοι μαζί.
- Ζίζιρος:
Ένας παίκτης έβαζε το χέρι του στο πλάι του προσώπου και γύριζε από την άλλη πλευρά, χωρίς να βλέπει. Οι υπόλοιποι μαζεύονταν γύρω του και, ένας-ένας, του χτυπούσαν το χέρι κάνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο: «Ζζζζζ…!». Και τότε άρχιζε το δύσκολο μέρος – να μαντέψει ποιος ήταν!
- Το σιηνίν:
Το σιηνίν ήταν η κλασική «δοκιμασία δύναμης» της παρέας. Δύο ομάδες στέκονταν αντικριστά και τραβούσαν ένα σχοινί με όση δύναμη είχαν. Η ομάδα που είχε περισσότερη δύναμη έφερνε σιγά-σιγά το σχοινί προς τη μεριά της. Και η άλλη ομάδα, όταν ένιωθε ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί άλλο, άφηνε το σχοινί… και όλοι καταλήγανε κατά γης.
- Διτζίμιν
Με μία βαρετή, στρογγυλή πέτρα και με σωστή τεχνική, ο «παίκτης» έπρεπε να φέρει την πέτρα προς το πάνω μέρος του.
- Σούσες:
Ένα σχοινί δένονταν πάνω στον λεγόμενο τέρτζελο, που στηριζόταν σε μια καμάρα. Στο ενδιάμεσο του σχοινιού υπήρχε ένα ξύλο. Συνήθως δύο κοπέλες ή άνδρες στέκονταν στις δύο γωνιές του ξύλου, ενώ δύο άλλες κοπέλες κάθονταν στη μέση. Ο στόχος ήταν να «κοττίσουν» με δύναμη το ξύλο, ώστε να πάνε όσο πιο ψηλά γινόταν!
Αυτό το παιχνίδι συνοδευόταν συχνά με παραδοσιακά τραγούδια όπως: «Επήασιν οι Σήκωσες, τζ’ ήρταν οι Τυρινάες…»
Κωστάκης Ανδρέου: «Μικροί, μεγάλοι, έπαιζαν. Ειδικά πάνω στις σούσες ήταν οι κοπέλες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα τραγούδι που λαλούσαν όπως εσουζούνταν τζαι πιέναν τζαι ερκούνταν πας την σούσα: ‘’Επήασιν οι σήκωσες, τζι ήρταν οι Τυρινάες, τζαι μείνασιν οι κορασιές με δίχα τους αντράες’’.
Μια εικόνα που μου έμεινε στη μνήμη μου, ήταν που ήμουν στον παππού μου, γύρω στα δέκα ήμουν, αν θυμούμαι καλά, τζαι ήταν οι κοπέλες πάνω στη σούσα και πιέναν τζαι ερκούνταν, τζαι έφκηκεν ο τέρτζελος – τούτος που κρατά το σιηνίν πάνω στην καμάρα – τζαι πίαν ούλλες οι κοπέλες μες την πόρτα».
«Δεν μυρίζει Πάσχα χωρίς τούτα τα παιχνίδια, όπως μύριζε παλιότερα. Δεν έχεις τούτη την αναμονή, να’ ρθούν εκείνες οι μέρες. Εκαρτερούσαμεν, τότε, να πάμε για παράδειγμα να βρούμε ένα σπίτι με μιαν καμάρα-τέρτζελο, να βάλουμε το σιηνίν να στήσουμε τη σούσα. Ήταν άλλη ζωή πριν, πολλά ωραίο πράμα. Σήμερα, όταν ξεκινούμε να τα πούμε τούτα ούλλα στα αγγόνια μας γελούν εννοώντας – τι μας λες παππού τωρά;»
Με τα τελευταία λόγια των δύο φίλων που ακολουθούν και συγκρίνοντας το χθες με το σήμερα και το γεγονός ότι οι νέοι, δυστυχώς σήμερα, επειδή δεν έζησαν κάποια από αυτά τα παιχνίδια – δεν τα ξέρουν καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι τότε, τα παιχνίδια δεν ήταν απλώς διασκέδαση αλλά ήταν ένας τρόπος ζωής, ένα μέσο σύνδεσης, δημιουργίας σχέσεων και «μοιράσματος στιγμών». Λίγοι θα διαφωνούσαν με την άποψη ότι, σήμερα, οι νέοι που δεν τα έχουν ζήσει χάνουν, ουσιαστικά, μια γεύση από τη χαρά, την αυθεντική επικοινωνία και την αίσθηση της κοινότητας που έκανε γειτονιές και γειτονιές να σφύζουν από ζωή.
Κωστάκης Ανδρέου: «Ο κόσμος εκείνη την εποχή, την οποία νοσταλγώ πάρα πολύ, έβρισκε από τον περίγυρό του οτιδήποτε για να δημιουργήσει κάτι για να το χαρεί. […] Πριν, πήγαιναν οι ώρες ευχάριστα. Τζίνοι ήταν οι τζιαιροί οι καλοί. Εδενούνταν οι άνθρωποι πιο καλά»
Γιάγκος Πυριπίτση: «Υπήρχε η αγάπη, η φιλία, τότε, η εκτίμηση. Δήμερα εφύαν ούλλα. Εν έσιει τίποτε»
Κι έτσι, μέσα από την αναδρομή σ’ αυτά τα παιχνίδια και τα λόγια των αχώριστων φίλων, φαίνεται καθαρά ότι η παράδοση δεν είναι μόνο ανάμνηση – είναι μια πρόσκληση να θυμηθούμε, να ξαναβρούμε τη χαρά των απλών και των μικρών πραγμάτων, του δημιουργικού και του ανθρώπινου.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου
