Τον Φίλιππο Γιαπάνη τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια σε μία εκδήλωση στη Μικρή Σαλαμίνα. Κατέβαινα τα σκαλιά με την κόρη μου για να καθίσουμε στις θέσεις μας, την είδε με το λευκό μπαστούνι και μας πλησίασε. Μίλησε λίγο μαζί της, σαν να τη γνώριζε από καιρό. Κλείσαμε ένα ραντεβού μία από τις επόμενες ημέρες και πήγαμε οικογενειακώς να γνωριστούμε. Μας κάλεσε. Σχεδόν το απαίτησε (με την καλή έννοια) να του πάω τη Νεκταρία να τη γνωρίσει. Και πήγαμε. Και γνωρίσαμε την υπέροχη κυρία Μαρία, τη σύζυγό του, και μιλήσαμε, γελάσαμε, συγκινηθήκαμε.
Και αυτή ήταν η αρχή μίας σχέσης που, χωρίς να είναι καθημερινή, παραμένει ζεστή.
Γι’ αυτούς τους λόγους επέλεξα ο Φίλιππος να είναι μία από τις πρώτες συνεντεύξεις αυτής της σειράς από vidcast στο OLOI MEDIA. Πάνω και πριν απ’ όλα: ο τρόπος που κοίταξε την κόρη μου στα μάτια. Τόσο καθαρός και τόσο φορτισμένος, που δύσκολα περιγράφεται με λόγια.
Τον πήρα τηλέφωνο. Του ζήτησα να μου κάνει την τιμή και, παρά την πρόσφατη περιπέτεια με την υγεία του, δέχτηκε αμέσως πριν καν ολοκληρώσω την πρότασή μου.
Όταν κάθισα απέναντί του να μιλήσουμε, θυμήθηκα γιατί, εκτός από το να εκτιμώ απεριόριστα το έργο του, συμπαθώ τόσο πολύ αυτόν τον άνθρωπο. Διότι δεν είναι δήθεν, δεν είναι «φορτισμένος» με τον ελιτισμό του καλλιτέχνη και δεν προσπαθεί να πει τα πράγματα όμορφα. Προσπαθεί να τα πει όπως είναι.
– Προτιμάς να σε αποκαλούν γλύπτη; Καλλιτέχνη; Κάτι άλλο;
– Είμαι χτίστης της τέχνης.
– Δεν είναι λίγο πεζό, λιγότερο καλλιτεχνικό αυτό;
– Δεν με απασχολεί.
Αυτές ήταν από τις πρώτες μας κουβέντες.
Ο Γιαπάνης δεν γεννήθηκε στα σαλόνια και δεν μεγάλωσε στους διαδρόμους «σημαντικών» σχολών. Ο Φίλιππος Γιαπάνης πρώτα την έζησε την τέχνη· πριν την εξασκήσει, η ίδια τον είχε ήδη πληγώσει μέσα από σκληρά βιώματα. Και όλη αυτή η ένταση, αυτή η κινηματογραφικού τύπου βιογραφία, οδήγησε στα έργα που ξέρουμε σήμερα.
Με τον ίδιο τρόπο την αντιμετωπίζει και όταν μιλάει γι’ αυτή. Ως ανάγκη του ανθρώπου για έκφραση, ως τρόπο για να «γεννήσει» και όχι ως μέσο για να αυτοπροβληθεί σαν «μητέρα του σπουδαίου».
Τον ρώτησα αν θεωρεί την τέχνη υπερτιμημένη εμπορικά. Απάντησε «ναι» χωρίς δεύτερη σκέψη. Τον ρώτησα για τη Μικρή Σαλαμίνα, τον μουσειακό–εκθεσιακό πολυχώρο πολιτισμού που δημιούργησε. «Για μένα δεν είναι φώτα και μάρμαρα. Για μένα είναι ένα σπίτι, για να μην μείνει άστεγη η τέχνη», μου είπε πίσω από τις κάμερες.
Τον ρώτησα για την κοινωνία και μου απάντησε ως μέρος της, και όχι ως κριτής της (αντιμετώπιση που παρατηρούμε συχνά-πυκνά από τους ανθρώπους —όχι μόνο της τέχνης).
Μου ανέφερε επανειλημμένως τη λέξη ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Και αν κράτησα κάτι απ’ όλα όσα είπαμε, είναι η σημαντικότητα αυτής της λέξης στην ιεραρχία του Γιαπάνη. Με έκανε να νιώσω ότι, απ’ όλες τις αξίες και όλα τα προαπαιτούμενα, η δικαιοσύνη ίσως να είναι η πλέον απαραίτητη. Εκεί απ’ όπου ξεκινούν όλα.
Ό,τι κι αν τον ρώτησα, ο Φίλιππος Γιαπάνης απάντησε με την απλότητα του ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Και ταυτόχρονα μου απαντούσε με τον τρόπο που προδίδει άνθρωπο που εννοεί κάθε λέξη —λέξεις που βγαίνουν από το στόμα του όχι με σκοπό τον εντυπωσιασμό, αλλά επειδή κάθε μία απ’ αυτές έχει τσιγκλίσει ένα κομμάτι των συναισθημάτων του.
«Στην Κύπρο μας νοιάζει αν κάποιος έχει λεφτά, τι αυτοκίνητο έχει, τι σπίτι έχει. Εμένα δεν με ενδιαφέρει. Εμένα με ενδιαφέρει να μιλήσω για την ελευθερία. Για τη δικαιοσύνη. Αν υπάρχει δικαιοσύνη, όλα τ’ άλλα καταργούνται», μου είπε, ανάμεσα σε άλλα.
Και κάθε φορά που απαντούσε σε κάποια ερώτηση, μέτραγα τις λέξεις του και τις έβρισκα τις απολύτως απαραίτητες. Ωστόσο, υπεραρκετές —με την οικονομία του λόγου που χαρακτηρίζει λαϊκούς φιλοσόφους. Διότι, αν κάποιος ξέρει πολλές και ευφάνταστες λέξεις, έχει ένα αβαντάζ σε σχέση με τους υπόλοιπους για να εκφράσει ακριβέστερα αυτό που θέλει να πει. Αν χρησιμοποιεί όλες τις δυνατές, καταντά επιδειξίας και βαρετός.
Και ο Γιαπάνης, ο Φίλιππος, ξέρει να μην είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Nίκος Κατσαρός
