«Σε μια εποχή που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν τον γείτονά τους, υπάρχουν ακόμη χωριά όπου η ανθρωπιά εκφράζεται με τις πιο απλές, καθημερινές πράξεις».
Δεν χρειάζονται πάντα μεγάλες ειδήσεις για να καταλάβεις τι σημαίνει ένας τόπος. Μερικές φορές αρκεί μια μικρή καθημερινή πράξη. Όπως μια σακούλα με αυγά που κάποιος άφησε στον καναπέ μιας παραδοσιακής αυλής, χωρίς όνομα και χωρίς να περιμένει τίποτα πίσω.
Κάθε μέρα περνώ από το σπίτι της γιαγιάς και αναπολώ στιγμές. Γιατί πάντα έχω να λέω, πως ακόμη κι όταν ένας άνθρωπος φεύγει από τη ζωή, κάποια πράγματα συνεχίζουν να μένουν στη θέση τους. Το σπίτι συνεχίζει να κατοικείται από τον θείο μου και η ζωή συνεχίζεται, όπως πρέπει. Κι όμως, κάθε φορά που περνώ από εκεί, το βλέμμα μου πηγαίνει ασυναίσθητα στην παραδοσιακή αυλή και στον καναπέ της. Εκεί όπου η γιαγιά μου περνούσε αμέτρητες ώρες κάνοντας βελονάκι, καθισμένη στον παλιό καναπέ, χαζεύοντας τον δρόμο, χαιρετώντας όποιον περνούσε και λέγοντας πάντα μια καλή κουβέντα.
Τις προάλλες, πάνω σ’ εκείνον τον καναπέ υπήρχαν τρεις σακούλες με φρέσκα αυγά.
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω από ποιον ήταν ή να ψάξω το «γιατί». Το κατάλαβα αμέσως. Κάποιος γείτονας πέρασε. Κάποιος γνωστός. Κάποιος άνθρωπος του χωριού άφησε τα αυγά και συνέχισε τη μέρα του.

Χωρίς μήνυμα.
Χωρίς τηλεφώνημα.
Χωρίς να περιμένει ένα «ευχαριστώ».
Και τότε σκέφτηκα πως αυτή είναι ίσως η πιο όμορφη εικόνα του χωριού.
Στις πόλεις πολλές φορές δεν γνωρίζουμε καν ποιος μένει δίπλα μας. Μοιραζόμαστε τον ίδιο τοίχο, αλλά όχι τη ζωή μας.
Στα χωριά, όμως, τα πράγματα είναι αλλιώς.
Ξέρεις τον άνθρωπο που μένει απέναντι.
Ξέρεις ποιος μεγάλωσε τα παιδιά του στην ίδια γειτονιά.
Ξέρεις ποιος έχει κότες, ποιος ανάβει τον παραδοσιακό φούρνο, ποιος έχει λεμονόδενδρα, σύκα, κρεμμύδια, καρότα και πολλά άλλα.
Και όταν έχεις κάτι παραπάνω, δεν το πετάς. Το μοιράζεσαι.
Έτσι απλά. Χωρίς δεύτερη σκέψη.
Αυτό είναι το χωριό.
Να αφήνει κάποιος λίγα αυγά στην αυλή σου γιατί έτσι έμαθε μια ζωή.
Να χτυπά την πόρτα μόνο όταν υπάρχει ανάγκη. Τις υπόλοιπες φορές αρκεί μια μικρή χειρονομία.
Να ξέρει ότι θα περάσεις και θα τα βρεις.
Μέσα σ’ αυτή τη σακούλα με αυγά είδα κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Είδα μια κοινωνία που ακόμη αντιστέκεται στην αδιαφορία.
Μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να γνωρίζονται με το μικρό τους όνομα.
Να νοιάζονται.
Να προσέχουν ο ένας τον άλλον.
Να μοιράζονται χωρίς να υπολογίζουν.
Καμιά φορά ακούμε πως στα χωριά «όλοι ξέρουν τα πάντα για όλους και απλώς πλέον είναι εκνευριστικό».
Ίσως. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά.
Στα χωριά όλοι ξέρουν πότε να σταθούν δίπλα στον άλλον.
Και αυτό δεν το βρίσκεις εύκολα.
Εκείνη η σακούλα με τα αυγά δεν είχε μεγάλη αξία. Κι όμως, για μένα άξιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Γιατί μου θύμισε πως, όσο υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αφήνουν λίγη από την καρδιά τους στην αυλή του γείτονα, υπάρχει ακόμη ελπίδα. Ελπίδα πως τα χωριά μας δεν θα χάσουν ποτέ αυτό που τα έκανε ξεχωριστά.
Την ανθρωπιά.
Και εύχομαι, όσα χρόνια κι αν περάσουν, να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε παιδιά που θα θεωρούν φυσιολογικό να αφήσουν μια, δυο, τρεις σακούλες με αυγά στον γείτονα ή τον γνωστό/συγγενή.
Γιατί τελικά, αυτό είναι το χωριό.
Και αυτή είναι η Κύπρος που αξίζει να κρατήσουμε ζωντανή.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου
