Μια παλιά, σχεδόν ξεχασμένη ιστορία της Κύπρου ξετυλίγεται πίσω από τα δέντρα και τα αλάτια της Λάρνακας. Είναι μια ιστορία για ανθρώπους που δεν έφυγαν ποτέ από το νησί, αλλά για δεκαετίες έζησαν απομονωμένοι, παρεξηγημένοι και στιγματισμένοι, παρότι ήταν κι αυτοί Κύπριοι — όπως κι εμείς.
Η ιστορία του λεπροκομείου – ή της «Στέγης Αγίου Χαράλαμπου», όπως ονομαζόταν, είναι ταυτόχρονα μνήμη και μαρτυρία μιας εποχής που κανείς δεν ήθελε να θυμηθεί.
Η αρχή: Ο φόβος που συναντά την ανθρωπιά (1807)
Στις αρχές του 19ου αιώνα, έξω από τα τείχη της Λευκωσίας, κοντά στην περιοχή Αγία Παρασκευή και Αγκλαντζιά, συναντούσες ανθρώπους που περιφέρονταν στην πείνα και την απόρριψη. Ήταν άντρες και γυναίκες που έπασχαν από λέπρα — μια νόσο μέχρι τότε ανεξέλεγκτη, παρεξηγημένη και φοβερή για όσους δεν ήξεραν τι πραγματικά ήταν.
Μια μέρα, ο Πασάς της Κύπρου, συνοδευόμενος από τον δραγομάνό του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο, αντίκρισε την εικόνα των ανθρώπων αυτών. Τρόμαξε από τη μυρωδιά και την κατάσταση που είχαν περιέλθει και διέταξε, σχεδόν αυθόρμητα: να εξοντωθούν.
Αλλά ο Κορνέσιος, τον έπεισε να κάνει κάτι άλλο: να τους δοθεί ένας τόπος να ζήσουν με αξιοπρέπεια, όσο αυτό ήταν δυνατό. Έτσι, το 1807 ιδρύθηκε το πρώτο λεπροκομείο της Κύπρου, μια μικρή κοινότητα στο κτήμα του Κορνέσιου όπου οι ασθενείς μπορούσαν να δουλέψουν τη γη, να φροντίζονται μεταξύ τους και να επιβιώσουν.
Κάποιοι από αυτούς ένιωσαν ελευθερία. Άλλοι δυστυχώς επέστρεψαν στους δρόμους της πόλης, γιατί η ζωή στο νεόκτιστο απομακρυσμένο χωριό ήταν δύσκολη — και η ίδια η Κοινωνία εξακολουθούσε να τους φοβάται.

Η βρετανική εποχή: επίσημη απομόνωση και η «άλλη πλευρά της ανθρωπιάς» (1891–1929)
Όταν οι Βρετανοί κατέλαβαν την Κύπρο το 1878, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια κατάσταση που δύσκολα χωρούσε στη λογική της Δυτικής ιατρικής και διοίκησης. Το λεγόμενο «λεπροκομείο» ήταν ένα χωριό — αλλά άτακτο, χωρίς επαρκή φροντίδα ή οργανωμένη ιατρική — και πολλοί από τους κατοίκους του είχαν επιστρέψει στους δρόμους.
Η κυβέρνηση της Κύπρου τότε αποφάσισε να δώσει κίνητρα για να επιστρέψουν όλοι οι ασθενείς στο άσυλο. Τους παρείχε τροφή, ένα μικρό επίδομα, περίφραξη και στοιχειώδη ιατρική φροντίδα. Το 1891 καθιερώθηκε επίσημα ο νόμος για τον υποχρεωτικό περιορισμό των ασθενών, και το λεγόμενο «λεπροκομείο» απέκτησε πλέον κρατική υπόσταση ως άσυλο.
Σταδιακά χτίστηκαν περισσότερα κτίρια και γύρω στα 1920 οι ίδιοι οι ασθενείς έχτισαν μια πέτρινη εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Χαράλαμπο, τον μυστηριώδη άγιο που πίστευαν ότι έφερνε κουράγιο και ίαση.
Το 1929, αποφασίστηκε και άνοιξε επίσημο νοσοκομείο για τους πάσχοντες, αποτελώντας ένα από τα πιο οργανωμένα ιατρικά ιδρύματα του είδους του στην περιοχή — προτού ακόμη υπάρξει αποτελεσματική αντιβιοτική θεραπεία για τη λέπρα.
Μια νέα αρχή στη Λάρνακα (1955)
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μείωση των κρουσμάτων, το λεπροκομείο μεταφέρθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 πιο κοντά στη φύση, στην Αλυκή της Λάρνακας. Αυτό το νέο σπίτι ονομάστηκε «Στέγη Αγίου Χαράλαμπου».
Η μεταφορά έγινε με έναν ιδιαίτερο όρο: οι ασθενείς ήθελαν να πάρουν την εκκλησία τους μαζί τους. Κι έτσι έγινε — τούβλο – τούβλο — χτίστηκε ξανά στη νέα του θέση, σαν μια έμφαση στη συνέχεια της κοινότητας.
Εκεί, μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, άντρες και γυναίκες έζησαν σε μια μικρή κοινωνία: είχαν τρόφιμα, κατάλυμα, δικαίωμα να καλλιεργούν τη γη, ακόμα και ελάχιστη ελευθερία. Παρά την πρόοδο όμως της ιατρικής, ο φόβος και το στίγμα παρέμεναν — ακόμα και οι γιατροί φορούσαν μάσκες όταν τους επισκέπτονταν.
Το τέλος μιας εποχής και μια νέα αρχή
Η λέπρα θεωρήθηκε πρακτικά εξαλειφθείσα στην Κύπρο τον 21ο αιώνα: από το 2007 και μετά δεν υπάρχουν νέα κρούσματα στο νησί.
Το τελευταίο άτομο που έζησε στο χώρο της Στέγης Αγίου Χαράλαμπου απεβίωσε το 2020 — μια γυναίκα που είχε περάσει την μισή ζωή της εκεί, από τα 14 της χρόνια. Ο τόπος έμεινε εγκαταλελειμμένος και για λίγα χρόνια έπεσε στη φθορά και την παραμέληση.
Σήμερα όμως, στο ίδιο χώμα που υπήρξε καταφύγιο, φόβος και στίγμα, ετοιμάζεται να αναδυθεί ένα νέο περιβαλλοντικό και εκπαιδευτικό κέντρο που θα θυμίζει την ιστορία αλλά θα δείχνει και το μέλλον.
Ανάμνηση για το μέλλον
Αυτή η ιστορία του λεπροκομείου δεν είναι απλά ένα παλιό γεγονός. Είναι μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε ασθένεια υπήρχαν — και υπάρχουν — ανθρώπινες ζωές, φόβοι, αγωνίες και ελπίδες. Μια ιστορία που απέδειξε πως η ανθρωπιά μπορεί να ξεπεράσει τον φόβο, και πως το ξύπνημα μιας κοινωνίας από τον στιγματισμό είναι ένα αργό αλλά δυνατό ταξίδι.
Θυμόμαστε, όχι για να μείνουμε στο παρελθόν — αλλά για να χτίσουμε έναν κόσμο όπου κανείς δεν θα νιώθει αποκομμένος λόγω μιας ασθένειας.
Kατερίνα Χριστοφή
