Σε μια εποχή γεμάτο προκλήσεις όπου οι παραδόσεις κινδυνεύουν να ξεχαστούν, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που τις κρατούν ζωντανές μέσα από την καθημερινότητά τους.
Ένας από αυτούς είναι ο Κοκής του Κάτζιη από τη Ξυλοφάγου, ετών 73, καφετζιής και τσιαττιστής. Ένας αυθεντικός εκφραστής, θα έλεγε κανείς, της κυπριακής παράδοσης και της τέχνης των τσιαττιστών. Με μεράκι, χιούμορ και βαθιά αγάπη για τον τόπο του, συνεχίζει να δίνει ζωή σε μια παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά.
Η εκπομπή «ΧΡΩΜΑΤΑ ΖΩΗΣ» με τη Χριστίνα Γεωργίου βγαίνει αυτή τη φορά εκτός στούντιο, σε μια ξεχωριστή εξωτερική συνάντηση, αντί για VidCast στο στούντιο του Oloi Media Center. Εκεί, ο Κοκής του Κάτζιη σε μόλις λίγα λεπτά, μοιράζεται μαζί μας την πορεία του, τις εμπειρίες του και τη σημασία να διατηρούμε ζωντανή την πολιτιστική μας κληρονομιά, τόσο η νέα όσο και η μεγαλύτερη γενιά.
«Τα τσιαττιστά εμέν εν η ζωή μου,
τζαι έτσι εννά μάχουμε ώσπου να φκει η ψυσιή μου»
Από πολύ μικρός, ο Κοκής του Κάτζιη από τη Ξυλοφάγου, «το είχε από μέσα του να τσιαττίζει», όπως είπε. Το έφερε μαζί του. Γεννήθηκε μ’ αυτό. Παρόλα αυτά, έκανε μία παύση γύρω στα 7-8 χρόνια, λόγω του πολέμου του 1974. «Είχα αδελφό αγνοούμενο και πλέον εν ετσιάττιζα. Εν μου άρεσκε να πηγαίνω να τραγουδώ τσιαττιστά, εν εγινησκούνταν ούτε γάμοι. Έλεγα μόνο περί πολέμου, για αγνοουμένους, αφού είχαμε και στο σπίτι μας αγνοούμενο. Ούλλα μου τα τραούθκια και τσιαττιστά ήταν για τζίνο το θέμα».
«Έλεα πολλά για τους αγνοούμενους, γιατί ήμουν παθών και όλα μου τα τραγούδια ήταν για τον πόνο. Επειδή έζησα και τους γονείς μου, στο ίδιο το σπίτι. Και τώρα αν δω στην τηλεόραση πολέμους αναφέρομαι τακτικά. Τελευταίως εχώρουν τον πόλεμο τζαι λαλώ: «που αγαπούν τον πόλεμο ας έχουν την κατάρα ίντα που κάμαν ως τωρά, εκάμαν μιαν στραβάρα».
Πώς ξεκίνησαν όλα;
Ο Κοκής του Κάτζιη από έξι χρονών όταν πήγαινε πρώτη δημοτικού μαζεύονταν, όπως εξιστόρησε, οι φίλοι του για να τους πει κανένα τσιαττιστό. «Ύστερα όταν πέρασε λίγος καιρός είχα έναν συγγενή-ανιψιό μου, πιο μεγάλος στα τσιαττιστά – ήταν που τους λίους – και εμπνεύστηκα τζαι που ποτζί. Λέω, γιατί να μην γίνω και εγώ σαν τον συγχωριανό μου και ξάδερφό μου;»
Στρέφοντας τον χρόνο πίσω, ο Κοκής, αναφέρθηκε και στο πρώτο του τσιαττιστό. Ήταν το πρώτο του τσιαττιστό, είπε, αλλά το θυμάται, παρόλο που ήταν περίπου έξι ετών, πρώτη δημοτικού. «Ήρτεν ένας φίλος μου, που ήμασταν όλοι μαζεμένοι τζαι λέει μου θέλω να μου πεις ένα τραγούδι να πω της μιτσιάς μου, της κορούας μου, όπως λέγαμε τότε». Ο νεαρός, τότε, τσιαττιστής, σκέφτηκε, εμπνεύστηκε, όπως είπε, στο διάλλειμα και «πήρε μπρος»:
«Εγώ είμαι ένας άγγελος τζαι σου μια περιστέρα,
θέλω να σμίξουμε τα θκιο να δούμε άσπρη μέρα».
Χαμογελώντας, είπε χαρακτηριστικά ότι μπορεί να μην ήταν και πολύ σπουδαίο αλλά για την εποχή των έξι χρονών, «μπήκε», πια στο θέμα. «Άρεσέν τους, χειροκροτούσαν οι μιτσοί».

Υπάρχουν δυσκολίες;
Περί δυσκολιών του τσιαττίσματος, ο φύλακας της παράδοσης, Κοκής του Κάτζιη, ανέφερε ότι έχει τις δυσκολίες του «αλλά όταν το καλλιεργήσεις εν είναι καθόλου δύσκολο». «Στην αρχή σίγουρα έχεις κάποιο τρακ», ανέφερε, «αλλά όταν φτάσεις και μπεις στο θέμα… Στην αρκήν εγώ έγραφα ποιήματα, τζαι εν έφκαινα να τα πω. Εδίουν τα σε άλλους να τα θκιαβάσουν. Λίον λίον όμως, επαροτρύναμεν. Ελέαν μου να το πεις εσύ που το έγραψες, ξέρεις καλύτερα εσύ να το πεις. Τωρά εν με κόφτει. Βρίσκω τα τζίνην την ώρα τζαι εν έχω πρόβλημα».
«Εν αρέσκει στον τσιαττιστή άμαν τα χάσει. Ο τσιαττιστής θέλει τζαι ένα χειροκρότημα καλό. Να είναι ωραίο το τσιάττισμα, να τον χειροκροτήσουν. Έτσι ανεβαίνεις πιο ψηλά, ανοίεις τα φτερά σου που λαλούμεν. Σε τσιαττιστά εν έτυχε να τα χάσω όμως σε ποίημα έτυχε, όταν διάβαζα ποιήματα σε γιορτές του χωρκού, χωρίς να το καταλάβει ο ακροατής, εδιόρθωσα τους στίχους, επήα παρακάτω τζαι το κάλυψα, χωρίς να φανεί ίχνος»
Σήμερα, οι νέοι ενδιαφέρονται για τα τσιαττιστά; Ασχολούνται καθόλου με το τσιάττισμα; Τους αρέσει να τους τσιαττίζει κάποιο άτομο στον γάμο τους;
Συγκρίνοντας το χθες με το σήμερα, ο Κοκής, τόνισε ότι υπάρχουν πολλοί νέοι που τους αρέσουν πολύ τα τσιαττιστά, «διότι εγώ που έζησα στο καφενείο χρόνια τώρα πολλά, τζαι τωρά εμεγαλώσαν κάποιοι, τζίνοι που ήταν 10 χρονών και τωρά εν 25, άμαν παντρευτούν με ειδοποιούν: θέλουμε τσιαττιστά!» Όπως αναφέρθηκε, ακόμα και πολλές κοπέλες, δείχνουν πολύ ενδιαφέρον για το τσιάττισμα.
Αρκετά άτομα του λένε: «Θκιε Κοκή, εννά έρτεις που θα με αλλάξουν;». «Καταλάβω ότι το θέλουν, που την καρκιά τους», είπε χαρακτηριστικά.
«Ενδιαφέρονται πολλοί νέοι για τα τσιαττιστά, τούτοι που θέλουν να το καλλιεργήσουν. Διότι έχουν το ταλέντο. Δίχως το ταλέντο, εν γίνεται τίποτα. Θέλει καλλιέργημα, […] τους ξεχωρίζεις, μόλις ξεκινήσουν ή μόλις βρουν τον πρώτο στίχο […]. Καταλάβεις τους ότι έχουν το μες το αίμα τους.
Πότε έρχεται η έμπευση;
Κάποια στιγμή, μιλώντας για το πώς εμπνέεται και ξεκινά να τσιαττίζει, είπε μία φράση που καρφώθηκε κυριολεκτικά στο μυαλό μου. «Η έμπνευση έρχεται και στον πόνο-θλίψη και στη χαρά. Όταν έχεις πόνο έρκουνται μόνα τους. Τζαι στη χαρά το ίδιο». Για παράδειγμα, «όταν πάμε στα αλλάμματα της νύμφης και του γαμπρού έρκουνται μόνα τους διότι έχεις χαρά».
«Εν η ζωή, εν το οξυγόνο του ανθρώπου η παράδοση, χωρίς την παράδοση τα πάντα για μένα εν σκοτεινά.
Η παράδοση, τα ήθη τζαι τα έθιμα να ην ερκούνταν πίσω,
τα γρόνια ήτουν εκατόν, εγιώ που είχε να ζήσω»
Ο Κοκής του Κάτζιη από τη Ξυλοφάγου είναι ένα ζωντανό κομμάτι της παράδοσής μας∙ ένας άνθρωπος που κρατά τις ρίζες του τόπου μας, και την ίδια ώρα τις μεταφέρει με περηφάνια στο σήμερα. Μας θυμίζει πως η παράδοση δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν!
Και όσο υπάρχουν τέτοιες φωνές, η πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου μας θα συνεχίσει να αντηχεί δυνατά, εμπνέοντας τις επόμενες γενιές.
Γράφει η Χριστίνα Γεωργίου
